Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unrestricted
01
απεριόριστος, χωρίς περιορισμούς
not limited or controlled by any rules, constraints, or boundaries
Παραδείγματα
The research was conducted with unrestricted funding, enabling the team to explore innovative ideas.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με απεριόριστη χρηματοδότηση, επιτρέποντας στην ομάδα να εξερευνήσει καινοτόμες ιδέες.
02
χωρίς περιορισμούς, ελεύθερος
free of restrictions on conduct
03
απεριόριστος, χωρίς περιορισμούς
not restricted or exclusive
04
μη ταξινομημένο, χωρίς περιορισμούς ασφαλείας
never having had security classification
05
απεριόριστος, χωρίς περιορισμούς
not restricted or modified in meaning
Λεξικό Δέντρο
unrestricted
restricted
restrict



























