unrestricted
Pronunciation
/ˌənɹiˈstɹɪktɪd/

Ορισμός και σημασία του "unrestricted"στα αγγλικά

unrestricted
01

απεριόριστος, χωρίς περιορισμούς

not limited or controlled by any rules, constraints, or boundaries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unrestricted
συγκριτικός βαθμός
more unrestricted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The research was conducted with unrestricted funding, enabling the team to explore innovative ideas.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με απεριόριστη χρηματοδότηση, επιτρέποντας στην ομάδα να εξερευνήσει καινοτόμες ιδέες.
02

χωρίς περιορισμούς, ελεύθερος

free of restrictions on conduct
03

απεριόριστος, χωρίς περιορισμούς

not restricted or exclusive
04

μη ταξινομημένο, χωρίς περιορισμούς ασφαλείας

never having had security classification
05

απεριόριστος, χωρίς περιορισμούς

not restricted or modified in meaning

Λεξικό Δέντρο

unrestricted
restricted
restrict
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store