Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unrestricted
01
απεριόριστος, χωρίς περιορισμούς
not limited or controlled by any rules, constraints, or boundaries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unrestricted
συγκριτικός βαθμός
more unrestricted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
access, freedom, regulation
Παραδείγματα
The new policy allows for unrestricted access to the building after hours.
Η νέα πολιτική επιτρέπει απεριόριστη πρόσβαση στο κτίριο μετά τις ώρες λειτουργίας.
02
χωρίς περιορισμούς, ελεύθερος
free of restrictions on conduct
03
απεριόριστος, χωρίς περιορισμούς
not restricted or exclusive
04
μη ταξινομημένο, χωρίς περιορισμούς ασφαλείας
never having had security classification
05
απεριόριστος, χωρίς περιορισμούς
not restricted or modified in meaning
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unrestricted
restricted
restrict



























