unreliable
un
ʌn
an
re
ri
liable
laɪəbl
laiebl
unreadableunrentable

Ορισμός και σημασία του "unreliable"στα αγγλικά

unreliable
01

αναξιόπιστος, μη αξιόπιστος

not deserving of trust or confidence 
unreliable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unreliable
συγκριτικός βαθμός
more unreliable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The witness proved unreliable in court. 

Ο μάρτυρας αποδείχθηκε αναξιόπιστος στο δικαστήριο.

02

επικίνδυνος, επικίνδυνος

posing potential danger 
Παραδείγματα
The bridge was deemed unreliable after the storm. 

Η γέφυρα κρίθηκε αναξιόπιστη μετά την καταιγίδα.

03

αναξιόπιστος, μη αξιόπιστος

likely to be incorrect, misleading, or mistaken 
Παραδείγματα
The data proved unreliable after further analysis. 

Τα δεδομένα αποδείχθηκαν αναξιόπιστα μετά από περαιτέρω ανάλυση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store