Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unreliable
01
αναξιόπιστος, μη αξιόπιστος
not deserving of trust or confidence
Παραδείγματα
The service was unreliable during storms.
Η υπηρεσία ήταν αναξιόπιστη κατά τη διάρκεια των καταιγίδων.
02
επικίνδυνος, επικίνδυνος
posing potential danger
Παραδείγματα
Unreliable terrain made the hike hazardous.
Το αναξιόπιστο έδαφος έκανε την πεζοπορία επικίνδυνη.
03
αναξιόπιστος, μη αξιόπιστος
likely to be incorrect, misleading, or mistaken
Παραδείγματα
Unreliable accounts of the event circulated online.
Αναξιόπιστες αναφορές για το γεγονός κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο.
Λεξικό Δέντρο
unreliable
reliable
liable



























