unprotected
un
ˌʌn
αν
pro
prə
πρα
tec
ˈtɛk
τεκ
ted
tɪd
τιντ
/ʌnpɹətˈɛktɪd/

Ορισμός και σημασία του "unprotected"στα αγγλικά

unprotected
01

απροστάτευτος, χωρίς προστασία

lacking defense, security, or shelter

insecure

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unprotected
συγκριτικός βαθμός
more unprotected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unvaccinated child was left unprotected from common childhood illnesses.
Το μη εμβολιασμένο παιδί άφησε απροστάτευτο από κοινές παιδικές ασθένειες.

Λεξικό Δέντρο

unprotectedness
unprotected
protected
protect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store