Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unproblematic
01
απρόβλητος, εύκολος
easy and not causing any issues or difficulties
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unproblematic
συγκριτικός βαθμός
more unproblematic
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unproblematic
problematic
problem



























