Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unplug
01
αποσυνδέω, βγάζω από την πρίζα
to disconnect an electronic device from an electricity source
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unplug
γ΄ ενικό πρόσωπο
unplugs
ενεστώτα μετοχή
unplugging
απλός αόριστος
unplugged
παθητική μετοχή
unplugged
Παραδείγματα
The technician advised us to unplug the refrigerator for a few hours to allow it to defrost properly.
Ο τεχνικός μας συμβούλεψε να αποσυνδέσουμε το ψυγείο για μερικές ώρες για να επιτρέψουμε την σωστή απόψυξη.
Λεξικό Δέντρο
unplug
plug



























