Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unplug
01
αποσυνδέω, βγάζω από την πρίζα
to disconnect an electronic device from an electricity source
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unplug
γ΄ ενικό πρόσωπο
unplugs
ενεστώτα μετοχή
unplugging
απλός αόριστος
unplugged
παθητική μετοχή
unplugged
Παραδείγματα
Before leaving for vacation, make sure to unplug all unnecessary appliances to save energy and reduce the risk of fire.
Πριν φύγετε για διακοπές, βεβαιωθείτε ότι αποσυνδέσατε όλες τις μη απαραίτητες συσκευές για να εξοικονομήσετε ενέργεια και να μειώσετε τον κίνδυνο πυρκαγιάς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unplug
plug



























