to unplug
Pronunciation
/ənˈpɫəɡ/

Ορισμός και σημασία του "unplug"στα αγγλικά

to unplug
01

αποσυνδέω, βγάζω από την πρίζα

to disconnect an electronic device from an electricity source
to unplug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unplug
γ΄ ενικό πρόσωπο
unplugs
ενεστώτα μετοχή
unplugging
απλός αόριστος
unplugged
παθητική μετοχή
unplugged
Παραδείγματα
The technician advised us to unplug the refrigerator for a few hours to allow it to defrost properly.
Ο τεχνικός μας συμβούλεψε να αποσυνδέσουμε το ψυγείο για μερικές ώρες για να επιτρέψουμε την σωστή απόψυξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store