Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unoccupied
01
αδόμητος, ελεύθερος
not held or filled or in use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unoccupied
συγκριτικός βαθμός
more unoccupied
διαβαθμίσιμο
02
ακατοίκητος, ελεύθερος
not seized and controlled
03
ακατοίκητος, ελεύθερος
describing a state or condition in which a space or property is not being used, inhabited, or occupied by individuals
Λεξικό Δέντρο
unoccupied
occupied
occupy



























