unobstructed
Pronunciation
/ˌənəbˈstɹəktɪd/

Ορισμός και σημασία του "unobstructed"στα αγγλικά

unobstructed
01

αναστατωμένος, χωρίς εμπόδια

having nothing in the way

clear

open

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unobstructed
συγκριτικός βαθμός
more unobstructed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The river flowed smoothly, unobstructed by debris or dams.
Ο ποταμός έρεε ομαλά, χωρίς εμπόδια από συντρίμμια ή φράγματα.

Λεξικό Δέντρο

unobstructed
obstructed
obstruct
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store