unmoving
un
ʌn
an
mo
ˈmu:
moo
ving
vɪng
ving
unloving

Ορισμός και σημασία του "unmoving"στα αγγλικά

01

ασυγκίνητος, ανεπαφής

not arousing emotions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unmoving
συγκριτικός βαθμός
more unmoving
διαβαθμίσιμο
02

ακίνητος, αμετακίνητος

lacking movement 
Παραδείγματα
The unmoving cat watched the mouse from the corner of the room. 

Η ακίνητη γάτα παρακολουθούσε το ποντίκι από τη γωνία του δωματίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store