Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unloose
01
απελευθερώνω, ελευθερώνω
grant freedom to; free from confinement
02
ξεδένω, χαλαρώνω
loosen the ties of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unloose
γ΄ ενικό πρόσωπο
unlooses
ενεστώτα μετοχή
unloosing
απλός αόριστος
unloosed
παθητική μετοχή
unloosed



























