Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unload
01
ξεφορτώνω, ξεμπαρκάρω
to remove things or goods from a container, vehicle, etc.
Transitive: to unload sth from a container or vehicle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unload
γ΄ ενικό πρόσωπο
unloads
ενεστώτα μετοχή
unloading
απλός αόριστος
unloaded
παθητική μετοχή
unloaded
Παραδείγματα
The warehouse workers began to unload crates of merchandise from the delivery truck.
Οι εργάτες της αποθήκης άρχισαν να ξεφορτώνουν κιβώτια εμπορευμάτων από το φορτηγό παράδοσης.
02
ξεφορτώνω, αδειάζω
to empty a vehicle or container by taking out the cargo or contents
Transitive: to unload a vehicle or container
Παραδείγματα
After reaching the warehouse, the workers promptly unloaded the truck.
Μετά την άφιξη στην αποθήκη, οι εργάτες ξεφόρτωσαν αμέσως το φορτηγό.



























