Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uninhibited
01
αδέσμευτος, χωρίς αναστολές
expressing oneself freely without worrying about social conventions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uninhibited
συγκριτικός βαθμός
more uninhibited
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, social
Παραδείγματα
At the beach party, everyone was uninhibited, dancing and laughing without any reservations.
Στο πάρτι στην παραλία, όλοι ήταν αναστατωμένοι, χορεύοντας και γελώντας χωρίς κανέναν αποκλεισμό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
uninhibited
inhibited
inhibit



























