Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unimpeachable
01
ανεπίληπτος, αδιαμφισβήτητος
reliable and true to the point of being unquestionable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unimpeachable
συγκριτικός βαθμός
more unimpeachable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The historian's records were considered unimpeachable, providing a solid foundation for the research.
Τα αρχεία του ιστορικού θεωρούνταν αψεγάδιαστα, παρέχοντας μια σταθερή βάση για την έρευνα.
02
ανεπίληπτος, εντιμος
honorable and honest to the point of becoming impossible to criticize, question, or blame
Παραδείγματα
Her unimpeachable conduct in the workplace earned her the admiration of all her colleagues.
Η άψογη συμπεριφορά της στον χώρο εργασίας της χάρισε τον θαυμασμό όλων των συναδέλφων της.
03
ανεπίληπτος, αψέγαλτος
completely acceptable; not open to exception or reproach
Λεξικό Δέντρο
unimpeachably
unimpeachable
impeachable
impeach



























