Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unimpaired
01
αλώβητος, ακέραιος
not damaged or weakened, remaining in a perfect or complete state without any loss of function or quality
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unimpaired
συγκριτικός βαθμός
more unimpaired
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite his advanced age, his memory remains unimpaired.
Παρά την προχωρημένη ηλικία του, η μνήμη του παραμένει ανέπαφη.
Λεξικό Δέντρο
unimpaired
impaired
impair



























