Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unimpaired
01
αλώβητος, ακέραιος
not damaged or weakened, remaining in a perfect or complete state without any loss of function or quality
formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unimpaired
συγκριτικός βαθμός
more unimpaired
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The beauty of the landscape remains unimpaired by human development.
Η ομορφιά του τοπίου παραμένει αλώβητη παρά την ανθρώπινη ανάπτυξη.
Λεξικό Δέντρο
unimpaired
impaired
impair



























