Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfounded
01
αβάσιμος, αθεμελίωτος
having no basis in fact or reality, making something unreliable or untrue
Παραδείγματα
His belief that he would fail the exam was unfounded, as he had studied diligently and was well-prepared.
Η πεποίθησή του ότι θα απέτυχε στις εξετάσεις ήταν αβάσιμη, καθώς είχε μελετήσει επιμελώς και ήταν καλά προετοιμασμένος.



























