Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unforgiving
01
αμείλικτος, ανελέητος
showing no mercy, particularly toward people's faults
Παραδείγματα
The unforgiving judge sentenced the thief to the maximum penalty.
Ο αμείλικτος δικαστής καταδίκασε τον κλέφτη στη μέγιστη ποινή.
02
αμείλικτος, ανελέητος
extremely difficult to endure or survive in
Παραδείγματα
The unforgiving concrete floor left his knees aching after work.
Το αμείλικτο πάτωμα από σκυρόδεμα άφησε τα γόνατά του πονεμένα μετά τη δουλειά.
03
αμείλικτος, ανελέητος
not to be placated or appeased or moved by entreaty
Λεξικό Δέντρο
unforgiving
forgiving
forgive



























