unforgiving
Pronunciation
/ənfɝˈɡɪvɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "unforgiving"στα αγγλικά

unforgiving
01

αμείλικτος, ανελέητος

showing no mercy, particularly toward people's faults
disapproving
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unforgiving
συγκριτικός βαθμός
more unforgiving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unforgiving judge sentenced the thief to the maximum penalty.
Ο αμείλικτος δικαστής καταδίκασε τον κλέφτη στη μέγιστη ποινή.
02

αμείλικτος, ανελέητος

extremely difficult to endure or survive in
disapproving
Παραδείγματα
The unforgiving concrete floor left his knees aching after work.
Το αμείλικτο πάτωμα από σκυρόδεμα άφησε τα γόνατά του πονεμένα μετά τη δουλειά.
03

αμείλικτος, ανελέητος

not to be placated or appeased or moved by entreaty
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store