Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unforgiving
01
αμείλικτος, ανελέητος
showing no mercy, particularly toward people's faults
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unforgiving
συγκριτικός βαθμός
more unforgiving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unforgiving teacher gave zero credit for late assignments.
Ο αμείλικτος δάσκαλος δεν έδωσε κανένα πίστωση για τις καθυστερημένες εργασίες.
02
αμείλικτος, ανελέητος
extremely difficult to endure or survive in
αποδοκιμαστικό
Παραδείγματα
The desert's unforgiving heat drained the hikers within hours.
Η αμείλικτη ζέστη της ερήμου εξάντλησε τους πεζοπόρους μέσα σε λίγες ώρες.
03
αμείλικτος, ανελέητος
not to be placated or appeased or moved by entreaty
Λεξικό Δέντρο
unforgiving
forgiving
forgive



























