Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unfold
01
ξεδιπλώνω, ανοίγω
to open or spread something out from a folded state or compact form
Transitive: to unfold sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unfold
γ΄ ενικό πρόσωπο
unfolds
ενεστώτα μετοχή
unfolding
απλός αόριστος
unfolded
παθητική μετοχή
unfolded
Παραδείγματα
She unfolded the map to check the directions.
Ξετύλιξε τον χάρτη για να ελέγξει τις οδηγίες.
02
αναπτύσσομαι, ξετυλίγομαι
to develop or progress in a way that shows promise or potential
Intransitive
Παραδείγματα
As the project continued, new opportunities began to unfold.
Καθώς το έργο συνεχιζόταν, νέες ευκαιρίες άρχισαν να ξετυλίγονται.
03
αποκαλύπτω, ξετυλίγω
to gradually reveal or make visible something that was previously concealed or unknown
Transitive: to unfold a mystery or secret
Παραδείγματα
As she recounted her life story, she began to unfold the layers of her past.
Καθώς αφηγούνταν την ιστορία της ζωής της, άρχισε να ξετυλίγει τα στρώματα του παρελθόντος της.
04
ξεδιπλώνω, ανοίγω
to expand or extend from a closed or folded position
Intransitive
Παραδείγματα
As the caterpillar emerges from its cocoon, its wings gradually unfold.
Καθώς η κάμπια βγαίνει από το κουκούλι της, τα φτερά της ξεδιπλώνονται σταδιακά.
Λεξικό Δέντρο
unfold
fold



























