Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfit
01
ανίκανος, ακατάλληλος
not suitable or capable enough for a specific task or purpose
Παραδείγματα
The unstable ladder was unfit for reaching high shelves safely.
Η ασταθής σκάλα ήταν ακατάλληλη για να φτάσει με ασφάλεια σε ψηλά ράφια.
1.1
ακατάλληλος, ανίκανος
lacking the necessary qualities, skills, or mental health to perform a task
Παραδείγματα
The board concluded that he was unfit to manage the project due to his poor organizational skills.
Το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν ακατάλληλος να διαχειριστεί το έργο λόγω των κακών οργανωτικών του δεξιοτήτων.
02
ακατάλληλος, σε κακή φυσική κατάσταση
not in adequate physical condition
Παραδείγματα
She admitted she was unfit for the mountain trek and chose a less demanding route.
Παραδέχτηκε ότι ήταν ακατάλληλη για το ορεινό πεζοπορικό και επέλεξε μια λιγότερο απαιτητική διαδρομή.
to unfit
01
καθιστώ ακατάλληλο, ακυρώνω
to make someone or something unsuitable or incapable of performing a task
Παραδείγματα
The outdated software unfitted the system for modern tasks.
Το παρωχημένο λογισμικό κατέστησε ακατάλληλο το σύστημα για σύγχρονες εργασίες.
Λεξικό Δέντρο
unfit
fit



























