Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfit
01
ανίκανος, ακατάλληλος
not suitable or capable enough for a specific task or purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfit
συγκριτικός βαθμός
more unfit
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old shoes were unfit for hiking, lacking proper traction and support.
Τα παλιά παπούτσια ήταν ακατάλληλα για πεζοπορία, χωρίς την κατάλληλη πρόσφυση και στήριξη.
1.1
ακατάλληλος, ανίκανος
lacking the necessary qualities, skills, or mental health to perform a task
Παραδείγματα
He was deemed unfit for the leadership role due to his lack of experience.
Κρίθηκε ακατάλληλος για τον ρόλο της ηγεσίας λόγω έλλειψης εμπειρίας.
02
ακατάλληλος, σε κακή φυσική κατάσταση
not in adequate physical condition
Παραδείγματα
He felt unfit after months of not exercising.
Αισθανόταν ακατάλληλος μετά από μήνες χωρίς άσκηση.
to unfit
01
καθιστώ ακατάλληλο, ακυρώνω
to make someone or something unsuitable or incapable of performing a task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unfit
γ΄ ενικό πρόσωπο
unfits
ενεστώτα μετοχή
unfitting
απλός αόριστος
unfitted
παθητική μετοχή
unfitted
Παραδείγματα
The injury unfitted him for the competition.
Ο τραυματισμός τον καθιστά ακατάλληλο για τον διαγωνισμό.
Λεξικό Δέντρο
unfit
fit



























