Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undistinguished
01
κοινός, αδιακρίτως
lacking special or notable features
Παραδείγματα
His work was undistinguished, barely noticeable among his peers.
Η δουλειά του ήταν αδιακρίβωτη, μόλις αισθητή ανάμεσα στους συνομηλίκους του.
The restaurant 's menu was undistinguished, offering standard dishes.
Το μενού του εστιατορίου ήταν αδιακριτό, προσφέροντας τυπικά πιάτα.
Λεξικό Δέντρο
undistinguished
distinguished
distinguish



























