undistinguished
un
ˌʌn
αν
dis
ˈdɪs
ντισ
ting
tɪng
τινγκ
uished
wɪʃt
ουιστ
/ʌndɪstˈɪŋɡwɪʃt/

Ορισμός και σημασία του "undistinguished"στα αγγλικά

undistinguished
01

κοινός, αδιακρίτως

lacking special or notable features
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undistinguished
συγκριτικός βαθμός
more undistinguished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His undistinguished appearance made it hard to remember him in a crowd.
Η ασήμαντη εμφάνισή του έκανε δύσκολο να τον θυμάσαι σε ένα πλήθος.

Λεξικό Δέντρο

undistinguished
distinguished
distinguish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store