Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undistinguished
01
κοινός, αδιακρίτως
lacking special or notable features
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undistinguished
συγκριτικός βαθμός
more undistinguished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His undistinguished appearance made it hard to remember him in a crowd.
Η ασήμαντη εμφάνισή του έκανε δύσκολο να τον θυμάσαι σε ένα πλήθος.
Λεξικό Δέντρο
undistinguished
distinguished
distinguish



























