Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undistinguished
01
κοινός, αδιακρίτως
lacking special or notable features
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undistinguished
συγκριτικός βαθμός
more undistinguished
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, evaluation, performance
Παραδείγματα
His work was undistinguished, barely noticeable among his peers.
Η δουλειά του ήταν αδιακρίβωτη, μόλις αισθητή ανάμεσα στους συνομηλίκους του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undistinguished
distinguished
distinguish



























