Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undeniable
01
αδιαμφισβήτητος, αναντίρρητος
clearly true and therefore impossible to deny or question
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undeniable
συγκριτικός βαθμός
more undeniable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
truth, evidence, cognition
Παραδείγματα
The impact of climate change on the environment is undeniable, as evidenced by rising temperatures and melting ice caps.
Η επίδραση της κλιματικής αλλαγής στο περιβάλλον είναι αδιαμφισβήτητη, όπως αποδεικνύεται από την αύξηση της θερμοκρασίας και την τήξη των πάγων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undeniably
undeniable
deniable
deny



























