undecorated
Pronunciation
/ˌʌndˈɛkɚɹˌeɪɾᵻd/

Ορισμός και σημασία του "undecorated"στα αγγλικά

undecorated
01

αδιακόσμητος, χωρίς διακόσμηση

without any added decoration or embellishment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undecorated
συγκριτικός βαθμός
more undecorated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The office was undecorated, lacking any artwork or personal items.
Το γραφείο ήταν αδιακόσμητο, χωρίς καμία τέχνη ή προσωπικά αντικείμενα.

Λεξικό Δέντρο

undecorated
decorated
decorate
decor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store