to uncouple
un
ʌn
an
cou
ˈkʌ
ka
ple
pəl
pēl
decouplesupple

Ορισμός και σημασία του "uncouple"στα αγγλικά

to uncouple
01

αποσυνδέω, αποσπώ

to disconnect two railway cars or a car from the locomotive 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
uncouple
γ΄ ενικό πρόσωπο
uncouples
ενεστώτα μετοχή
uncoupling
απλός αόριστος
uncoupled
παθητική μετοχή
uncoupled
Παραδείγματα
The crew had to uncouple the last two cars for maintenance. 

Το πλήρωμα έπρεπε να αποσυνδέσει τα δύο τελευταία βαγόνια για συντήρηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store