Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unconquerable
01
ανίκητος, ακατανίκητος
not capable of being conquered or vanquished or overcome
Παραδείγματα
Legends spoke of an unconquerable warrior who had never lost a battle.
Οι θρύλοι μιλούσαν για έναν ανίκητο πολεμιστή που δεν είχε χάσει ποτέ μάχη.
Λεξικό Δέντρο
unconquerable
conquerable
conquer



























