unconquerable
un
ʌn
an
con
kɒn
kon
que
ra
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "unconquerable"στα αγγλικά

unconquerable
01

ανίκητος, ακατανίκητος

not capable of being conquered or vanquished or overcome 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unconquerable
συγκριτικός βαθμός
more unconquerable
διαβαθμίσιμο
02

ανίκητος, αδάμαστος

impossible to defeat, subdue, or take control of 
Παραδείγματα
Despite facing numerous hardships, she had an unconquerable spirit that kept her moving forward. 

Παρά τις πολλές δυσκολίες, είχε ένα αήττητο πνεύμα που την κρατούσε να προχωράει μπροστά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store