Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unconcerned
01
αδιάφορος, αμέτοχος
not worried or interested in something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unconcerned
συγκριτικός βαθμός
more unconcerned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She seemed unconcerned about the deadline, despite its importance.
Φαινόταν αδιάφορη για την προθεσμία, παρά τη σημασία της.
02
αδιάφορος, ανέμελος
easy in mind; not worried
03
αδιάφορος, αμέτοχος
not occupied or engaged with
Λεξικό Δέντρο
unconcerned
concerned
concern



























