Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unclear
01
ασαφής, αβέβαιος
not exactly known or expressed, often leading to confusion or ambiguity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unclear
συγκριτικός βαθμός
more unclear
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It’s still unclear whether the event will be postponed due to the weather.
Είναι ακόμα ασαφές αν η εκδήλωση θα αναβληθεί λόγω του καιρού.
Λεξικό Δέντρο
unclear
clear



























