unchanging
un
ʌn
an
chan
ˈʧeɪn
chein
ging
ʤɪng
jing
arrangingchangingranging

Ορισμός και σημασία του "unchanging"στα αγγλικά

unchanging
01

αμετάβλητος, σταθερός

conforming to the same principles or course of action over time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unchanging
συγκριτικός βαθμός
more unchanging
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
stability, time, behavior
02

αμετάβλητος, σταθερός

remaining the same over time, without variation or alteration 
Παραδείγματα
The unchanging landscape gave a sense of timelessness to the region. 

Το αμετάβλητο τοπίο έδωσε μια αίσθηση διαχρονικότητας στην περιοχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unchangingness
unchanging
changing
change
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store