Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unchanged
01
αμετάβλητος, αναλλοίωτος
subject to no change and staying in the same state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unchanged
συγκριτικός βαθμός
more unchanged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company 's policy remained unchanged despite calls for revision.
Η πολιτική της εταιρείας παρέμεινε αμετάβλητη παρά τις κλήσεις για αναθεώρηση.
Λεξικό Δέντρο
unchanged
changed
change



























