unchanged
un
ʌn
αν
changed
ˈʧeɪnʤd
τσειντζντ
/ʌnt‍ʃˈe‍ɪnd‍ʒd/

Ορισμός και σημασία του "unchanged"στα αγγλικά

01

αμετάβλητος, αναλλοίωτος

subject to no change and staying in the same state
unchanged definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unchanged
συγκριτικός βαθμός
more unchanged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company 's policy remained unchanged despite calls for revision.
Η πολιτική της εταιρείας παρέμεινε αμετάβλητη παρά τις κλήσεις για αναθεώρηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store