Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unchanging
01
αμετάβλητος, σταθερός
conforming to the same principles or course of action over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unchanging
συγκριτικός βαθμός
more unchanging
διαβαθμίσιμο
02
αμετάβλητος, σταθερός
remaining the same over time, without variation or alteration
Παραδείγματα
The monument stood as an unchanging symbol of resilience through the years.
Το μνημείο στέκονταν ως ένα αμετάβλητο σύμβολο ανθεκτικότητας με τα χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
unchangingness
unchanging
changing
change



























