Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbound
01
αδέσμευτος, ελεύθερος
not restrained or tied down by bonds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unbound
συγκριτικός βαθμός
more unbound
διαβαθμίσιμο
02
αδέσμευτος, αδεσμότοπος
not secured within a cover
03
αδέσμευτος, ελεύθερος
not held together by chemical bonds and are free to move or interact with other substances
Παραδείγματα
The unbound electrons in the metal contribute to its conductivity.
Τα αδέσμευτα ηλεκτρόνια στο μέταλλο συμβάλλουν στην αγωγιμότητά του.
Λεξικό Δέντρο
unbound
bound



























