Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unblemished
01
άψογος, αψεγάδιαστος
free from any marks, flaws, or imperfections
Παραδείγματα
His unblemished reputation as an honest businessman earned him respect in the community.
Η άψογη φήμη του ως ειλικρινής επιχειρηματίας του χάρισε σεβασμό στην κοινότητα.
Λεξικό Δέντρο
unblemished
blemished
blemish



























