Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unavoidably
01
αναπόφευκτα, απαραίτητα
in a way that cannot be prevented or escaped
Παραδείγματα
Changes in weather conditions unavoidably affect outdoor events, sometimes leading to cancellations.
Οι αλλαγές στις καιρικές συνθήκες επηρεάζουν αναπόφευκτα τις εκδηλώσεις σε εξωτερικούς χώρους, μερικές φορές οδηγώντας σε ακυρώσεις.
Λεξικό Δέντρο
unavoidably
unavoidable
avoidable
avoid



























