unattainable
Pronunciation
/ˌənəˈteɪnəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "unattainable"στα αγγλικά

unattainable
01

απρόσιτος, απραγματοποίητος

not possible to reach or obtain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unattainable
συγκριτικός βαθμός
more unattainable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fitness goals set by the program felt unattainable to beginners.
Οι στόχοι γυμναστικής που έθεσε το πρόγραμμα φάνηκαν απρόσιτοι για αρχάριους.

Λεξικό Δέντρο

unattainably
unattainable
attainable
attain
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store