Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unacknowledged
01
αναγνωρισμένος, αγνοημένος
overlooked or ignored despite its importance or presence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unacknowledged
συγκριτικός βαθμός
more unacknowledged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her unacknowledged contributions to the project were a source of frustration.
Οι αναγνωρισμένες συνεισφορές της στο έργο ήταν πηγή απογοήτευσης.
02
αναγνωρισμένος, αδιαφώνητος
not openly acknowledged
Λεξικό Δέντρο
unacknowledged
acknowledged



























