Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to twitch
01
σπαρταρώ, έχω τικ
to make a sudden, brief, and involuntary movement
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
twitch
γ΄ ενικό πρόσωπο
twitches
ενεστώτα μετοχή
twitching
απλός αόριστος
twitched
παθητική μετοχή
twitched
Παραδείγματα
His eye started to twitch involuntarily due to stress and fatigue.
Το μάτι του άρχισε να σπαρταρά ακούσια λόγω άγχους και κούρασης.
02
τσιμπώ απαλά, προσαρμόζω με μικρές
to delicately and tightly pinch or adjust something between the fingers with small, quick movements
Transitive: to twitch sth
Παραδείγματα
Noticing a loose thread on her sweater, she gently twitched it between her fingers to remove it.
Παρατηρώντας μια χαλαρή κλωστή στο πουλόβερ της, την τράβηξε απαλά μεταξύ των δακτύλων της για να την αφαιρέσει.
03
σπαρταρώ, έχω τικ
to cause something to make a sudden, brief, and involuntary movement
Transitive: to twitch sth
Παραδείγματα
The rabbit twitched its nose as it sniffed the air for potential danger.
Το κουνέλι σπαρτάρισε τη μύτη του ενώ μύριζε τον αέρα για πιθανό κίνδυνο.
04
τραβώ απότομα, κουνώ απότομα
to move or pull something with a quick and abrupt motion
Transitive: to twitch sth
Παραδείγματα
The mechanic twitched the lever to engage the emergency brake.
Ο μηχανικός τράβηξε απότομα το μοχλό για να ενεργοποιήσει το φρένο έκτακτης ανάγκης.
Twitch
01
τίκ, μυϊκός σπασμός
a sudden muscle spasm; especially one caused by a nervous condition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twitches
Λεξικό Δέντρο
twitching
twitch



























