Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
troubling
01
ανησυχητικός, ενοχλητικός
making one feel worried, upset, or uneasy about something
Παραδείγματα
The troubling rumors circulating about layoffs caused widespread anxiety among employees.
Οι ανησυχητικές φήμες που κυκλοφορούν για απολύσεις προκάλεσαν ευρεία ανησυχία μεταξύ των εργαζομένων.
Λεξικό Δέντρο
troubling
trouble



























