troubling
trou
ˈtrə
τρα
b
μπα
ling
lɪng
λινγκ
/tɹˈʌblɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "troubling"στα αγγλικά

01

ανησυχητικός, ενοχλητικός

making one feel worried, upset, or uneasy about something
troubling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most troubling
συγκριτικός βαθμός
more troubling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The troubling rumors circulating about layoffs caused widespread anxiety among employees.
Οι ανησυχητικές φήμες που κυκλοφορούν για απολύσεις προκάλεσαν ευρεία ανησυχία μεταξύ των εργαζομένων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store