trouble-free
trou
trʌ
tra
ble
bəl
bēl
free
fri:
fri

Ορισμός και σημασία του "trouble-free"στα αγγλικά

trouble-free
01

χωρίς προβλήματα, εύκολος

smooth and easy to manage 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trouble-free
συγκριτικός βαθμός
more trouble-free
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The family enjoyed a trouble-free weekend at the beach. 

Η οικογένεια απολαύσε ένα απρόβλημα σαββατοκύριακο στην παραλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store