trouble-free
Pronunciation
/tɹˈʌbəlfɹˈiː/

Ορισμός και σημασία του "trouble-free"στα αγγλικά

trouble-free
01

χωρίς προβλήματα, εύκολος

smooth and easy to manage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trouble-free
συγκριτικός βαθμός
more trouble-free
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His approach to the project led to a trouble-free completion ahead of schedule.
Η προσέγγισή του στο έργο οδήγησε σε μια πρόβλημα-ελεύθερη ολοκλήρωση πριν από το χρονοδιάγραμμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store