Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to traipse
01
σέρνομαι, περπατώ με απροθυμία
to walk or move wearily or reluctantly, often with a casual or unhurried manner
Intransitive: to traipse | to traipse somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
traipse
γ΄ ενικό πρόσωπο
traipses
ενεστώτα μετοχή
traipsing
απλός αόριστος
traipsed
παθητική μετοχή
traipsed
Παραδείγματα
The exhausted marathon runner had to traipse to the finish line, summoning the last of their energy.
Ο εξαντλημένος μαραθωνοδρόμος έπρεπε να σέρνεται προς τη γραμμή τερματισμού, συγκεντρώνοντας τις τελευταίες του δυνάμεις.



























