Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to traipse
01
σέρνομαι, περπατώ με απροθυμία
to walk or move wearily or reluctantly, often with a casual or unhurried manner
Intransitive: to traipse | to traipse somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
traipse
γ΄ ενικό πρόσωπο
traipses
ενεστώτα μετοχή
traipsing
απλός αόριστος
traipsed
παθητική μετοχή
traipsed
Παραδείγματα
After a long day at work, she had to traipse to the grocery store.
Μετά από μια μακρά μέρα στη δουλειά, έπρεπε να σέρνεται στο παντοπωλείο.



























