Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tram
01
τραμ, τραμ
a vehicle that is powered by electricity and moves on rails in a street, used for transporting passengers
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trams
Παραδείγματα
The tram glided smoothly along its tracks, taking commuters through the heart of the city.
Το τραμ γλίστρησε ομαλά κατά μήκος των γραμμών του, μεταφέροντας τους επιβάτες μέσα από την καρδιά της πόλης.
02
βαγονέτο, ορυχειακό βαγόνι
a small, four-wheeled wagon running on rails, used in mines to carry ore or materials
Παραδείγματα
The miners loaded the tram with coal.
Οι ανθρακωρύχοι φόρτωσαν το τραμ με κάρβουνο.
03
τελεφερίκ, τελεφερίκ
a cable-suspended transport system that carries passengers or goods in cars supported by towers
Παραδείγματα
The mountain tram carried tourists to the summit.
Το ορεινό τραμ μετέφερε τουρίστες στην κορυφή.
to tram
01
ταξιδεύω με τραμ, κινείμαι με τραμ
to travel or be transported by tram
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tram
γ΄ ενικό πρόσωπο
trams
ενεστώτα μετοχή
tramming
απλός αόριστος
trammed
παθητική μετοχή
trammed
Παραδείγματα
We trammed across the city to reach the university.
Τραμμάραμε σε όλη την πόλη για να φτάσουμε στο πανεπιστήμιο.



























