Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tramcar
01
τραμ, τραμ
a wheeled vehicle that runs on rails and is propelled by electricity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tramcars
02
βαγονέτο, ορυχειακό βαγόνι
a four-wheeled wagon that runs on tracks in a mine
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tramcar
tram
car



























