Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Traitor
01
προδότης, εθνικός προδότης
a person who betrays their country or people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
traitors
Παραδείγματα
The court sentenced the traitor to life imprisonment for betraying national security.
Το δικαστήριο καταδίκασε τον προδότη σε ισόβια κάθειρξη για προδοσία της εθνικής ασφάλειας.
02
προδότης, αποστάτης
a person who says one thing and does another
Λεξικό Δέντρο
traitorous
traitor



























