traitor
trai
ˈtreɪ
trei
tor
tɜr
tēr
/tɹˈe‍ɪtɐ/

Ορισμός και σημασία του "traitor"στα αγγλικά

01

προδότης, εθνικός προδότης

a person who betrays their country or people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
traitors
Παραδείγματα
The court sentenced the traitor to life imprisonment for betraying national security.
Το δικαστήριο καταδίκασε τον προδότη σε ισόβια κάθειρξη για προδοσία της εθνικής ασφάλειας.
02

προδότης, αποστάτης

a person who says one thing and does another

Λεξικό Δέντρο

traitorous
traitor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store