Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trainset
01
σύνολο τρένου, ομάδα σιδηροδρομικών βαγονιών
a group of railway carriages or cars that are coupled together and operated as a single unit
Παραδείγματα
The old trainset was retired after decades of faithful service, making way for newer, more efficient models.
Το παλιό σύνολο τρένων αποσύρθηκε μετά από δεκαετίες πιστής υπηρεσίας, ανοίγοντας το δρόμο για νεότερα, πιο αποτελεσματικά μοντέλα.
Λεξικό Δέντρο
trainset
train
set



























