Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trainset
01
σύνολο τρένου, ομάδα σιδηροδρομικών βαγονιών
a group of railway carriages or cars that are coupled together and operated as a single unit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trainsets
Παραδείγματα
The new high-speed trainset can reach speeds of up to 300 kilometers per hour.
Το νέο σύνολο τρένων μπορεί να φτάσει σε ταχύτητες έως και 300 χιλιόμετρα την ώρα.
Λεξικό Δέντρο
trainset
train
set



























