Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Traitor
01
προδότης, εθνικός προδότης
a person who betrays their country or people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
traitors
Παραδείγματα
He is a traitor.
Είναι προδότης.
02
προδότης, αποστάτης
a person who says one thing and does another
Λεξικό Δέντρο
traitorous
traitor



























