touching
Pronunciation
/ˈtətʃɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "touching"στα αγγλικά

01

συγκινητικός, επαφής

bringing about strong emotions, often causing feelings of sympathy or warmth
touching definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most touching
συγκριτικός βαθμός
more touching
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film ended with a touching scene of forgiveness.
Η ταινία τελείωσε με μια συγκινητική σκηνή συγχώρεσης.
01

επαφή, άγγιγμα

the act or instance of making physical contact
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
touchings
Παραδείγματα
The study recorded the number of touchings during the interaction.
Η μελέτη κατέγραψε τον αριθμό των αγγίγματος κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασης.
02

μεζέδες, σνακ

small snacks or finger foods served with alcoholic drinks, especially in casual or home settings
Παραδείγματα
The bar offered complimentary touchings with every drink.
Το μπαρ προσέφερε δωρεάν μεζέδες με κάθε ποτό.
01

σχετικά με, όσον αφορά

used to introduce a topic or to provide further information about a particular subject
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He made no comment touching the allegations.
Δεν έκανε καμία παρατήρηση σχετικά με τους ισχυρισμούς.

Λεξικό Δέντρο

touchingly
touching
touch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store