Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
titanic
01
τιτάνιος, γιγαντιαίος
extremely large in size or scale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most titanic
συγκριτικός βαθμός
more titanic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The titanic mountain range stretched across the horizon, its peaks hidden by clouds.
Η τιτανική οροσειρά εκτείνονταν στον ορίζοντα, οι κορυφές της κρυμμένες από τα σύννεφα.
Παραδείγματα
His titanic struggle with addiction was both heartbreaking and inspiring.
Ο τιτανικός αγώνας του με τον εθισμό ήταν και θλιβερός και εμπνευστικός.
03
τιτανικός, σχετικός με τον τιτάνιο
related to titanium in a specific chemical form, especially in substances like titanium dioxide
Παραδείγματα
Researchers are exploring titanic compounds for use in advanced battery technologies.
Οι ερευνητές εξετάζουν τιτανικά ενώσεις για χρήση σε προηγμένες τεχνολογίες μπαταριών.
Λεξικό Δέντρο
titanic
titan



























