tiring
ti
ˈtaɪə
taie
ring
rɪng
ring
timingtilingturing

Ορισμός και σημασία του "tiring"στα αγγλικά

01

κουραστικός, εξαντλητικός

(particularly of an acivity) causing a feeling of physical or mental fatigue or exhaustion 
tiring definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tiring
συγκριτικός βαθμός
more tiring
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, activity, state
Παραδείγματα
The tiring day of sightseeing left them longing for a good night's sleep. 

Η κουραστική μέρα των ξενάγησης τους άφησε να λαχταρούν έναν καλό ύπνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

untiring
tiring
tire
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store