Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bipartite
01
διμερής, χωρισμένος σε δύο τμήματα σχεδόν μέχρι τη βάση
divided into two portions almost to the base
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bipartite
συγκριτικός βαθμός
more bipartite
διαβαθμίσιμο
02
διμερής, χωρισμένος σε δύο distinct μέρη
composed of or divided into two distinct parts
Παραδείγματα
In biology, certain leaves have a bipartite structure, split into two symmetrical halves.
Στη βιολογία, ορισμένα φύλλα έχουν μια διμερή δομή, χωρισμένη σε δύο συμμετρικά μισά.



























