Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bipartite
01
διμερής, χωρισμένος σε δύο τμήματα σχεδόν μέχρι τη βάση
divided into two portions almost to the base
02
διμερής, χωρισμένος σε δύο distinct μέρη
composed of or divided into two distinct parts
Παραδείγματα
The bipartite relationship between the two teams ensured collaboration and competition.
Η διμερής σχέση μεταξύ των δύο ομάδων εξασφάλισε συνεργασία και ανταγωνισμό.



























