timely
time
ˈtaɪm
taim
ly
li
li
tamely

Ορισμός και σημασία του "timely"στα αγγλικά

01

έγκαιρος, κατάλληλος

happening at exactly the best time possible 
timely definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most timely
συγκριτικός βαθμός
more timely
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The timely arrival of the ambulance saved the injured hiker's life. 

Η έγκαιρη άφιξη του ασθενοφόρου έσωσε τη ζωή του τραυματισμένου πεζοπόρου.

1.1

επίκαιρος, τρέχων

relevant or well-suited to the current moment or occasion 
Παραδείγματα
The movie's message was timely, reflecting the struggles many people are facing today. 

Το μήνυμα της ταινίας ήταν επίκαιρο, αντικατοπτρίζοντας τους αγώνες που αντιμετωπίζουν πολλοί άνθρωποι σήμερα.

02

έγκαιρος, σε εύκαιρο χρόνο

done or occurring early enough to be effective or beneficial 
Παραδείγματα
The timely arrival of the fire department prevented the blaze from spreading further. 

Η έγκαιρη άφιξη της πυροσβεστικής απέτρεψε την περαιτέρω εξάπλωση της φωτιάς.

01

έγκαιρα, εγκαίρως

in a manner that is well-timed 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She arrived at the meeting timely, just as it was starting. 

Έφτασε στη συνάντηση έγκαιρα, ακριβώς όταν άρχιζε.

Λεξικό Δέντρο

timeliness
untimely
timely
time
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store