Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
timely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most timely
συγκριτικός βαθμός
more timely
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
timing, events, evaluation
Παραδείγματα
The timely arrival of the ambulance saved the injured hiker's life.
Η έγκαιρη άφιξη του ασθενοφόρου έσωσε τη ζωή του τραυματισμένου πεζοπόρου.
Παραδείγματα
The movie's message was timely, reflecting the struggles many people are facing today.
Το μήνυμα της ταινίας ήταν επίκαιρο, αντικατοπτρίζοντας τους αγώνες που αντιμετωπίζουν πολλοί άνθρωποι σήμερα.
timely
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She arrived at the meeting timely, just as it was starting.
Έφτασε στη συνάντηση έγκαιρα, ακριβώς όταν άρχιζε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
timeliness
untimely
timely
time



























