Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
promptly
01
γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση
in a manner that has little to no delay
Παραδείγματα
He promptly apologized for his mistake as soon as he realized it.
Ζητήθηκε αμέσως συγγνώμη για το λάθος του μόλις το συνειδητοποίησε.
02
ακριβώς στην ώρα, κατά το συμφωνηθέν χρόνο
at exactly a specified or arranged time
Παραδείγματα
The store opens promptly at 8 a.m. every day.
Το κατάστημα ανοίγει ακριβώς στις 8 π.μ. κάθε μέρα.
03
αμέσως, χωρίς καθυστέρηση
immediately, often with a hint of disapproval when something follows quickly after another action
Παραδείγματα
He promptly forgot about the promise he had made earlier.
Αμέσως ξέχασε την υπόσχεση που είχε κάνει νωρίτερα.
Λεξικό Δέντρο
promptly
prompt



























