promptly
prom
ˈprɑm
πραμ
ptly
pli
πλι
British pronunciation
/pɹˈɒmptli/

Ορισμός και σημασία του "promptly"στα αγγλικά

01

γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση

in a manner that has little to no delay
promptly definition and meaning
example
Παραδείγματα
He promptly apologized for his mistake as soon as he realized it.
Ζητήθηκε αμέσως συγγνώμη για το λάθος του μόλις το συνειδητοποίησε.
02

ακριβώς στην ώρα, κατά το συμφωνηθέν χρόνο

at exactly a specified or arranged time
example
Παραδείγματα
The store opens promptly at 8 a.m. every day.
Το κατάστημα ανοίγει ακριβώς στις 8 π.μ. κάθε μέρα.
03

αμέσως, χωρίς καθυστέρηση

immediately, often with a hint of disapproval when something follows quickly after another action
example
Παραδείγματα
He promptly forgot about the promise he had made earlier.
Αμέσως ξέχασε την υπόσχεση που είχε κάνει νωρίτερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store